γονυκλιτέω

γονῠ-κλῐτέω,
A = γονυκλινέω, Simp.in Epict.p.107 D.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γονυκλιτούντων — γονυκλιτέω pres part act masc/neut gen pl (attic epic doric) γονυκλιτέω pres imperat act 3rd pl (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονυκλιτεῖν — γονυκλιτέω pres inf act (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονυκλιτοῦσα — γονυκλιτέω pres part act fem nom/voc sg (attic epic doric) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γονυκλιτήσας — γονυκλιτήσᾱς , γονυκλιτέω aor part act masc nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συγγονυκλιτήσαντος — σύν γονυκλιτέω aor part act masc/neut gen sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.